Βασικά σημεία της χθεσινής ομιλίας του Ευ. Βενιζέλου με τίτλο: «Από την εθνική ανομία στην εθνική στρατηγική. Η κρίση ως ευκαιρία»

venizelos

Βασικά σημεία της χθεσινής ομιλίας του Ευάγγελου Βενιζέλου, που έγινε παρουσία 2.000 και πλέον πολιτών, στο νέο κτήριο του Μουσείου Μπενάκη και οργάνωσε το Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου – Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου

Οφείλουμε να δούμε το πρόβλημα της χώρας ως εθνικό πρόβλημα πέρα από το στενό ορίζοντα της καθημερινής ειδησεογραφίας. Ακόμη και πέρα από τον ορίζοντα των ευρωεκλογών και των επόμενων βουλευτικών εκλογών στις οποίες ούτως ή άλλως, προεξοφλείται δημοσκοπικά η νίκη του ΠΑΣΟΚ. Πιστεύω ότι αν δώσουμε απάντηση στα ερωτήματα και τις αγωνίες των πολιτών που υπερβαίνουν τις επικείμενες ευρωπαϊκές και εθνικές εκλογές και τη δεδομένη – όπως πιστεύω – νίκη του ΠΑΣΟΚ και στις δύο, θα διευρύνουμε την έκταση και θα διασφαλίσουμε την ποιότητα της νίκης.

Το πρόβλημα της χώρας δεν είναι πολιτικό μόνο με την συμβατική έννοια του όρου, που αναφέρεται στα κόμματα, το πολιτικό σύστημα, την κατάκτηση και άσκηση της πολιτικής εξουσίας. Είναι πολιτικό με την σύνθετη και ολιστική έννοια του όρου, που περιλαμβάνει ο,τιδήποτε έχει δημόσια επίπτωση, κάθε μορφή εξουσίας ή επιρροής.

Συνεπώς κανείς δεν είναι άμοιρος ευθυνών, ανάλογα με το θεσμικό, κοινωνικό και οικονομικό του ρόλο. Η πρώτη βεβαίως ευθύνη ανήκει στο πολιτικό σύστημα που οφείλει να ανασυγκροτήσει μια κατακερματισμένη, ανασφαλή, απογοητευμένη, απαισιόδοξη και δύσπιστη κοινωνία. Μια κοινωνία που νιώθει να έχει χάσει τον συνεκτικό της ιστό, που βλέπει να ανατρέπονται οι αξίες και οι βεβαιότητες της.

Οι απαντήσεις του χθες δεν επαρκούν για να δώσουν λύσεις στα προβλήματα του σήμερα ή πολύ περισσότερο του αύριο. Η χώρα χρειάζεται συνεπώς νέες απαντήσεις που δεν είναι όμως αξιακά και πολιτικά ουδέτερες. Απαντήσεις που προσδιορίζουν με σημερινούς όρους τι είναι πραγματικά προοδευτικό και ριζοσπαστικό. Δηλαδή αισιόδοξο, συμμετοχικό, δημοκρατικά νομιμοποιημένο, κοινωνικά δίκαιο, καινοτόμο, συγκεκριμένο, αποτελεσματικό, αναπτυξιακό, αναδιανεμητικό, οικολογικά ευαίσθητο. Η χώρα χρειάζεται απαντήσεις που συγκροτούν μία νέα εθνική στρατηγική.
Απαντήσεις που ανταποκρίνονται στο εθνικό καθήκον αλήθειας, που αναδείχθηκε μέσα από την κρίση και την μετατρέπει έτσι σε ευκαιρία για γενναίες και ανατρεπτικές πολιτικές. Για πολιτικές ανόρθωσης του κράτους, της οικονομίας, της κοινωνίας.

Αυτός είναι ο πραγματικός πήχης που θέτουν η κοινωνία και οι περιστάσεις.

Αρχής γενομένης από την ανάγκη η χώρα να αποκτήσει και πάλι ευρωπαϊκή και εξωτερική πολιτική, χωρίς μικρομεγαλισμούς αλλά και χωρίς αδράνεια και μοιρολατρία.

Η Ελλάδα οφείλει να μετάσχει ενεργά στην προσπάθεια διαμόρφωσης νέων πανευρωπαϊκών συσχετισμών, έχοντας πλήρη συνείδηση πως η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι πάντα ένα αναπεπταμένο πεδίο συνεχούς και σκληρής διακρατικής διαπραγμάτευσης. Η διεθνής οικονομική κρίση ανέστειλε τις διεργασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, ανέδειξε το ρόλο του εθνικού κράτους, εμφάνισε ανάγλυφα την εικόνα της Ευρώπης των πολλαπλών ταχυτήτων. Το μεγάλο θεσμικό και πολιτικό πρόβλημα της Ένωσης βρίσκεται στο γεγονός ότι αυτή κινείται πάντα με τους αργούς, αντιφατικούς και συμβατικούς ρυθμούς ενός κυλιόμενου μεγάλου συνασπισμού προοδευτικών και συντηρητικών δυνάμεων εξαιτίας των 27 διαφορετικών πολιτικών και εκλογικών κύκλων των κρατών μελών.

Κατά την ίδια λογική η εξωτερική μας πολιτική πρέπει να ξεπεράσει την αυταπάτη ότι οι ελληνοαμερικανικές και οι ελληνοτουρκικές σχέσεις κινούνται πράγματι μέσα σε ένα ευρύτερο ευρωτουρκικό και ευρωαμερικανικό πλαίσιο αντίστοιχα που λειτουργεί προστατευτικά ή ευνοϊκά για την Ελλάδα.

Η Ευρώπη των 27 αδυνατεί να διαμορφώσει μία ενιαία στρατηγική στάση απέναντι στις Η.Π.Α. που έχουν πλέον ισχυρή παρουσία στο εσωτερικό της Ένωσης και επηρεάζουν σε σημαντικό βαθμό τους ενδοευρωπαϊκούς συσχετισμούς.

Παρά δε το γεγονός ότι η Ελλάδα μένει σταθερή στη θέση της για την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας – θέση που έχει θερμή αμερικανική υποστήριξη –, η αλήθεια είναι πως με δεδομένη τη στάση ισχυρών ευρωπαϊκών χωρών όπως η Γερμανία και η Γαλλία, η χώρα μας πρέπει να αντιμετωπίσει και πάλι την πραγματικότητα των διμερών σχέσεων χωρίς να κρύβει το κεφάλι ως στρουθοκάμηλος μέσα στο θάμνο μιας αντιφατικής και αμήχανης Ευρώπης. Και αυτό χωρίς φυσικά να υποτιμά κανείς την τεράστια σημασία της ένταξης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση ούτε το γεγονός ότι η σημερινή Τουρκική κυβέρνηση επιμένει στη στρατηγική του ευρωπαϊκού προσανατολισμού.

Από την διεθνή οικονομική κρίση στην εθνική ανομία

Το ελληνικό ζήτημα δεν είναι, όπως στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, απλώς οι διάφορες πτυχές της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης. Στην Ελλάδα η κρίση έχει πλέον προσλάβει τα χαρακτηριστικά της εθνικής ανομίας. Ανομία δεν είναι η παρανομία, ούτε μόνον η πολυεπίπεδη και γενικευμένη κρίση: Χρηματοοικονομική, παραγωγική, δημοσιονομική, κοινωνική, θεσμική και ηθική. Είναι κάτι πολύ βαθύτερο και πολύ ευρύτερο. Η διάρρηξη του κανονιστικού πλαισίου της χώρας. Η συνολική αμφισβήτηση της ρυθμιστικής ικανότητας του κράτους και κατά μείζονα λόγο της κοινωνίας, αφού ούτε λόγος μπορεί πλέον να γίνει για ρυθμιστική ικανότητα της ίδιας της αγοράς.

Αυτό ξεκινά από τη δημοσιονομική ανομία, περνά από την κατάρρευση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς τον κρατικό μηχανισμό και φθάνει στην κάμψη των εθνικών αντανακλαστικών, απέναντι σε θέματα όπως οι νέες προτεραιότητες της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και οι νέοι περιφερειακοί συσχετισμοί στην ευρύτερη περιοχή μας.

Ο φαύλος κύκλος της ελληνικής οικονομίας

Το πιο κρίσιμο πεδίο είναι την περίοδο αυτή αναμφίβολα το πεδίο της οικονομίας. Η οικονομική όψη της εθνικής ανομίας είναι ο εγκλωβισμός της χώρας στον φαύλο κύκλο που σχηματίζουν τώρα τρεις παράγοντες: Οι επιπτώσεις της διεθνούς οικονομικής κρίσης στο τραπεζικό σύστημα και την πραγματική οικονομία, τα διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας που φάνηκαν ανάγλυφα λόγω της κρίσης και η αντιφατική επίπτωση της συμμετοχής μας στη ζώνη του Ευρώ που λειτουργεί ως πολύτιμος νομισματικός θώρακας, αλλά και ως αυστηρός και οικειοθελής περιορισμός της δημοσιονομικής μας πολιτικής που ούτως ή άλλως αξιολογείται από τις διεθνείς αγορές.

Την ώρα που απαιτείται η αύξηση των δημόσιων δαπανών για τη στήριξη της πραγματικής οικονομίας και ιδίως της απασχόλησης και των χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων, καταρρέουν τα δημόσια έσοδα, επιβάλλεται η περικοπή των δημόσιων δαπανών, αυξάνει η ανάγκη δημόσιου δανεισμού μαζί με το κόστος του και καθίσταται αναγκαία η προσφυγή σε έκτακτα φορολογικά μέτρα που αφαιρούν πόρους από την πραγματική οικονομία και μειώνουν το διαθέσιμο εισόδημα.

Στο υπόβαθρο του φαύλου αυτού κύκλου βρίσκεται η σύγκρουση τυπικής και άτυπης οικονομίας η οποία ενισχύει τα πραγματικά εισοδήματα και διευκολύνει την απορρόφηση των κραδασμών της κρίσης, αλλά ταυτόχρονα αποκλείει κάθε σοβαρή προσπάθεια εκλογίκευσης της σχέσης κράτους – οικονομίας και δίκαιης αναδιανομής του κοινωνικού πλεονάσματος.

Η οικονομική κρίση ως κρίση του κράτους

Η οικονομική κρίση μετατρέπεται έτσι στην Ελλάδα σε κρίση του κράτους, παρότι διεθνώς η κρίση ανέδειξε το ρόλο του κράτους ως διαχειριστή έκτακτων περιστάσεων, εγγυητή της ομαλής λειτουργίας των αγορών και τελικό ασφαλιστή των κινδύνων που διατρέχουν τόσο το χρηματοοικονομικό σύστημα όσο και η πραγματική οικονομία.

Εθνική στρατηγική υπέρβασης της ανομίας

Η κατάσταση αυτή όμως λειτουργεί και ως ευκαιρία, γιατί ενισχύει τη δεκτικότητα της κοινωνίας, απέναντι σε έναν άλλης ποιότητας δημόσιο λόγο, πιο ευθύ, ειλικρινή και αντισυμβατικό. Μια εθνική στρατηγική υπέρβασης της ανομίας που κυριαρχεί στον τόπο και είναι συνεπώς εφικτή. Μια νέου τύπου εθνική στρατηγική βασίζεται σε μία δέσμη προϋποθέσεων: θεσμικών, διεθνοπολιτικών, δημοσιονομικών, διαχειριστικών, αναπτυξιακών, αλλά και αξιακών. Βαρύνουσα προφανώς σημασία έχουν οι θεσμικές και δημοσιονομικές προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η ειλικρίνεια των προθέσεων και σε σχέση με τις άλλες κατηγορίες προϋποθέσεων.

Οι θεσμικές προϋποθέσεις

Οι θεσμικές προϋποθέσεις αρχίζουν από την ανασυγκρότηση του πολιτικού συστήματος που πρέπει να λειτουργήσει μετα-αντιπροσωπευτικά, δηλαδή μέσα από μία μεταπλειοψηφική θεώρηση των πραγμάτων. Η υπέρβαση του εκλογικού ορίου της κοινοβουλευτικής αυτοδυναμίας, που πάντα πίστευα ότι είναι εφικτή για το ΠΑΣΟΚ, είναι όρος αναγκαίος για το σχηματισμό μίας κοινοβουλευτικά σταθερής προοδευτικής κυβέρνησης αλλά όχι επαρκής για τη διαμόρφωση της πολιτικής ηγεμονίας μέσα σε μία σύγχρονη, πολύπλοκη και αντιφατική κοινωνία την συμφωνία και τη στήριξη της οποίας πρέπει να κατακτάς καθημερινά και σχέση με κάθε συγκεκριμένη πολιτική πρωτοβουλία.

Η αρχή πρέπει να γίνει συνεπώς από τον ίδιο το θεσμό του πολιτικού κόμματος. Μόνο τα ανοικτά, δημοκρατικά, συλλογικά, αποκεντρωμένα κόμματα που λειτουργούν με διαφάνεια και αξιοκρατία μπορούν να διασφαλίσουν τη μετάβαση από το αδιέξοδο πρωθυπουργοκεντρικό μοντέλο λειτουργίας και από τη φεουδαρχική «κάθετη» οργάνωση της κυβέρνησης ανά υπουργείο, σε ένα συλλογικό και «οριζόντιο» μοντέλο διακυβέρνησης που περιβάλλεται από εγγυήσεις διαφάνειας.

Ο τρόπος λειτουργίας του κόμματος και ιδίως κάθε κόμματος εξουσίας προδικάζει συνεπώς τον τρόπο λειτουργίας της κυβέρνησης και του κράτους. Μόνον το ανοικτό κόμμα μπορεί να επιβάλλει τη διαφορετική λειτουργία της Βουλής, την εναρμόνιση της κοινοβουλευτικής με την κοινωνική ατζέντα. Μόνον το ανοικτό κόμμα μπορεί να αναδιατάξει τη λειτουργία της αυτοδιοίκησης και των συνδικαλιστικών οργανώσεων καθιστώντας τους θεσμούς ουσιαστικής πολιτικής συμμετοχής. Και μόνον ένα τέτοιο σύστημα διακυβέρνησης μπορεί να αποδεχθεί και να στηρίξει μια πραγματικά ανεξάρτητη δικαιοσύνη σε συνδυασμό με εγγυήσεις διαφάνειας που πείθουν τον πολίτη ότι «το νόμιμο συμφέρει».

Εμβληματικού χαρακτήρα είναι από την άποψη αυτή οι προτάσεις που έχω διατυπώσει για:
· την ανάθεση των αρμοδιοτήτων των σχετικών με την ποινική ευθύνη των υπουργών σε πενταμελές δικαστικό όργανο υψηλού κύρους που θα επιλέγεται από τη Βουλή με αυξημένη πλειοψηφία 2/3
· Την επιλογή της ηγεσίας της δικαιοσύνης μεταξύ των δικαστικών λειτουργών που καλύπτουν τις πρώτες θέσεις της επετηρίδας από την Ολομέλεια της Βουλής με αυξημένη πλειοψηφία 2/3.
· Την απαγόρευση της ιδιωτικής χρηματοδότησης των κομμάτων, με εξαίρεση μικρές επώνυμες συνδρομές μελών και φίλων και τον αυστηρό έλεγχο, από το Ελεγκτικό Συνέδριο, της κρατικής χρηματοδότησης τους
· Την εγκαθίδρυση μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου και αξιολόγησης των στελεχών στο εσωτερικό κάθε κόμματος
· Την υιοθέτηση των κριτηρίων του ΟΟΣΑ για τον έλεγχο της ποιότητας κάθε νέου νόμου και κάθε νέου κανονιστικού προεδρικού διατάγματος.
· Την εθνική ψηφιακή κωδικοποίηση της νομοθεσίας, έργο εφάμιλλο του εθνικού κτηματολογίου και του εθνικού χωροταξικού σχεδιασμού
· Την θέσπιση ενιαίου κώδικα διοικητικής δικονομίας από μηδενική βάση που θα διέπει όλες ανεξαιρέτως τις διοικητικές διαδικασίες που πρέπει να διεξάγονται και ηλεκτρονικά

Οι δημοσιονομικές προϋποθέσεις

Οι δημοσιονομικές προϋποθέσεις μιας νέας εθνικής στρατηγικής έχουν ως βάση της επείγουσα ανάγκη μετάβασης από την «χύμα» φορολογική κατάσταση σε μία εθνική συμφωνία φορολογικής δικαιοσύνης και εμπιστοσύνης που θα είναι διαρθρωμένη κατά τομέα, κλάδο και περιοχή. Μια συμφωνία που θα λειτουργεί και ως συμφωνία σταδιακής ένταξης της άτυπης στην τυπική οικονομία, χωρίς μείωση, αλλά με διασφάλιση των πραγματικών εισοδημάτων. Μια συμφωνία που θα προωθεί ταυτόχρονα ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης, μεταβιομηχανικό, πράσινο, βασισμένο στο τρίπτυχο: γνώση, έρευνα, καινοτομία και στο κοινωνικό κράτος ως πεδίο όχι μόνο παροχής δημόσιων υπηρεσιών, υψηλού επιπέδου, αλλά και απασχόλησης και ανάπτυξης. Μια τέτοια εθνική, φορολογική συμφωνία θα λειτουργήσει ως βάση για την αντιμετώπιση του ασφαλιστικού και του αναλογιστικού προβλήματος της χώρας σε μία εποχή κατά την οποία ούτως ή άλλως έχει πάψει αποδέκτης των ασφαλιστικών παροχών να είναι μόνο ο ασφαλισμένος και ο συνταξιούχος.

Κατά τον τρόπο αυτό διαμορφώνεται και το πλαίσιο της δημοσιονομικής πολιτικής της επόμενης κυβέρνησης:

Ανήκω σε αυτούς που πιστεύουν στην ανάγκη τροποποίησης του Συμφώνου Σταθερότητας για την διαφορετική μεταχείριση ελλειμμάτων που προκύπτουν από δαπάνες οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης. Όμως οι αντιστάσεις απέναντι σε μια τέτοια αλλαγή είναι πολύ ισχυρές. Κανείς δεν μπορεί επίσης να διαφωνήσει με την ανάγκη εκλογίκευσης και αύξησης της αποδοτικότητας των δημόσιων δαπανών στο μέσο τουλάχιστον επίπεδο των χωρών του ΟΟΣΑ. Το ίδιο ισχύει για την ανάγκη καταπολέμησης της φοροδιαφυγής και εισφοροδιαφυγής, την ανάγκη δίκαιης φορολόγησης των διανεμομένων κερδών των επιχειρήσεων και της μεγάλης ακίνητης περιουσίας, την ανάγκη για μια ενιαία τιμαριθμοποιημένη προοδευτική φορολογική κλίμακα. Αν δούμε όμως τις φορολογικές στατιστικές των τελευταίων ετών, θα διαπιστώσουμε ότι μόνον αυτά δεν αρκούν για να σπάσει ο φαύλος κύκλος, να εκλογικευθεί η δημοσιονομική κατάσταση, να ασκηθεί μια ολοκληρωμένη αναπτυξιακή και κοινωνική πολιτική, να εφαρμοστεί ένα μεσοπρόθεσμο (επταετές έως δεκαετές) σχέδιο περιορισμού του δημοσίου χρέους σε ανεκτά επίπεδα μέσα από την σταδιακή μείωση του αριθμητή και τη σταδιακή αύξηση και αναπροσαρμογή του παρονομαστή του κλάσματος χρέος προς ΑΕΠ.

Απαιτείται μια βαθύτερη και ριζοσπαστικότερη μεταρρύθμιση που προσπάθησα να περιγράψω ως εθνική συμφωνία φορολογικής δικαιοσύνης, ειλικρίνειας και εμπιστοσύνης, η οποία θα καταγράφει ορθά και θα φορολογεί δίκαια όλο το ΑΕΠ. Αυτό είναι το κορυφαίο οικονομικό, αναπτυξιακό και κοινωνικό ζήτημα της χώρας.

Εθνική στρατηγική και σχέδιο διαχείρισης της συγκυρίας

Παράλληλα η νέα εθνική στρατηγική υπέρβασης της ανομίας πρέπει να συνοδεύεται από αποτελεσματικές κινήσεις για την αντιμετώπιση της συγκυρίας. Δίνω ένα μόνο παράδειγμα: Από την αγορά λείπει αυτή τη στιγμή ένα ποσό περίπου 20 δις. Ευρώ λόγω της μειωμένης πιστωτικής επέκτασης, της μη καταβολής των οφειλών του κράτους σε πλήθος αντισυμβαλλομένων του, την καθυστέρηση στην απόδοση του Φ.Π.Α. και την καθυστέρηση στην προώθηση του ΕΣΠΑ.

Είναι συνεπώς επείγουσα η ανάγκη να τροποποιηθεί η νομοθεσία που διέπει το ανενεργό κατά το μεγαλύτερο του μέρος πακέτο των 28 δις Ευρώ για την στήριξη των τραπεζών που είχε εμφανιστεί ως πακέτο στήριξης της ρευστότητας της πραγματικής οικονομίας και έχει το σημαντικό πλεονέκτημα να μην καταγράφεται στο δημοσιονομικό έλλειμμα και προς το παρόν ούτε καν στο δημόσιο χρέος.

Είναι απολύτως αναγκαίο το ουσιαστικά αδιάθετο κονδύλι των 15 δις για την παροχή εγγυήσεων σε τράπεζες να διοχετευτεί απευθείας σε επιχειρήσεις με βασικό κριτήριο την διατήρηση και αύξηση θέσεων εργασίας. Ταυτοχρόνως είναι αναγκαίο να τιτλοποιηθούν οι οφειλές του δημοσίου μέσα από ένα μηχανισμό δημόσιου factoring έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η χρηματοδότηση της αγοράς.

Κατά την ίδια λογική πρέπει να χορηγηθούν από το δημόσιο τίτλοι για τον οφειλόμενο Φ.Π.Α. οι οποίοι επίσης μπορούν να καταστούν εργαλείο χρηματοδότησης των επιχειρήσεων.

Μπορούμε, αρκεί να θέλουμε

Το συμπέρασμα μου είναι αισιόδοξο: Μπορούμε αρκεί να θέλουμε, αρκεί να συνειδητοποιήσουμε ότι το εθνικό ζήτημα είναι πρωτίστως πολιτικό με τη σύνθετη και ολιστική, όπως είδαμε, έννοια του όρου, δηλαδή με την εθνική, ιστορική και κοινωνική έννοια της πολιτικής.

Η κατακερματισμένη ελληνική κοινωνία μπορεί να επανασυντεθεί. Η πολιτική και κοινωνική εμπιστοσύνη μπορεί να αποκατασταθεί. Η εθνική συμφωνία που προτείνω μπορεί να επιτευχθεί και να λειτουργήσει, αν διαθέτει εσωτερική ισορροπία, δηλαδή μηχανισμούς πραγματικής εσωτερικής αναδιανομής σε όλα τα επίπεδα ώστε να στηριχθεί από την μεγάλη προοδευτική κοινωνική πλειοψηφία. Από πολίτες δύσπιστους, απαιτητικούς, απογοητευμένους, που δεν αναγνωρίζουν στον εαυτό τους καμιά ευθύνη, γιατί το ίδιο το πολιτικό σύστημα δεν αναλαμβάνει τις ευθύνες που πρέπει.

Οι πολίτες είναι οργισμένοι και αυστηροί, αλλά όχι ενεργοποιημένοι.

Οφείλουμε να ακούσουμε τις φωνές διαμαρτυρίας και να τους πείσουμε να ενεργοποιηθούν. Η κοινωνία δεν αντέχει νέες διαψεύσεις. Χρειάζεται συνεπώς μία νέα ευκαιρία βασισμένη στο εθνικό καθήκον αλήθειας

0 Responses to “Βασικά σημεία της χθεσινής ομιλίας του Ευ. Βενιζέλου με τίτλο: «Από την εθνική ανομία στην εθνική στρατηγική. Η κρίση ως ευκαιρία»”


  • No Comments

Leave a Reply